ρινίτιδα κύησης

Περίπου το 20-40% των γυναικών αναφέρουν πως έχουν αντιμετωπίσει ορισμένα από τα συμπτώματα της ρινίτιδας κάποια στιγμή στη ζωή τους. Στατιστικά, το 10-30% των γυναικών αυτών αναφέρουν επιδείνωση των συμπτωμάτων κατά τη διάρκεια της κύησης.

Μελέτες σε σχετικά μικρά δείγματα, συχνά δεν διαφοροποιούν τη ρινίτιδα κύησης από άλλους τύπους ρινίτιδας, δείχνοντας πως ο επιπολασμός της πάθησης κυμαίνεται μεταξύ 18% και 30%. Οι δείκτες αυτοί όμως αναφέρονται σε όλους τους τύπους ρινίτιδας που μπορεί αν εμφανιστούν κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, οι οποίοι όμως μπορεί να μη σχετίζονται με αυτήν. Μία μεγάλη μελέτη, η οποία πραγματοποιήθηκε σε 599 εγκύους ασθενείς στη Σουηδία, κατέληξε στο συμπέρασμα πως μόνο το 22% εξ’ αυτών δεν είχε παρουσιάσει συμπτώματα ρινίτιδας πριν, επομένως έπασχε από ρινίτιδα αποκλειστικά σχετιζόμενη με την εγκυμοσύνη, δηλαδή ρινίτιδα κύησης.

 

Κάτι περισσότερο από μια μπουκωμένη μύτη

Ως ρινίτιδα κύησης ορίζεται η ρινική συμφόρηση για τουλάχιστον 6 εβδομάδες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Ο συγκεκριμένος τύπος ρινίτιδας μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε εβδομάδα της κύησης (συνήθως μετά το τέλος της 12ης) και να υποχωρήσει πλήρως έως και 2 εβδομάδες έπειτα από τον τοκετό.

Η απουσία σημείων λοίμωξης του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος ή αλλεργίας, καθώς και η βαθμιαία επιδείνωση των συμπτωμάτων αποτελούν στοιχεία, τα οποία καθοδηγούν τη διαφοροδιάγνωση ανάμεσα στη ρινίτιδα κύησης και άλλες παθήσεις όπως είναι η ιγμορίτιδα, η αλλεργική ή φαρμακευτική ρινίτιδα και κάποια άλλη οξεία ή υποξεία λοίμωξη του ανώτερου αεραγωγού. Εκτός από τη ρινική απόφραξη, οι ασθενείς με ρινίτιδα κύησης παρουσιάζουν συχνά και ρινορραγία.

Η ρινική απόφραξη που προκαλείται από τη ρινίτιδα -είτε κύησης είτε όχι- σχετίζεται με επιδείνωση της ποιότητας του ύπνου της εγκύου, με παρουσία ροχαλητού και επεισοδίων αποφρακτικής άπνοιας ύπνου. Επιπλέον η στοματική αναπνοή που αναγκαστικά συμβαίνει σε περιπτώσεις ρινικής απόφραξης, μπορεί να αποδειχθεί επιβλαβής τόσο για το έμβρυο όσο και για τη μητέρα. Τέλος η κατάχρηση τοπικών ρινικών αποσυμφορητικών για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων ενδέχεται να προκαλέσει φαρμακευτική ρινίτιδα, η οποία δεν υποχωρεί μετά τον τοκετό. Παρόλα αυτά δεν υπάρχουν επαρκή επιστημονικά στοιχεία που να σχετίζουν τη ρινίτιδα κύησης με ένα σοβαρό δυσμενές αποτέλεσμα κατά την εγκυμοσύνη. Οι μελέτες εστιάζουν κυρίως στις επιπτώσεις της πάθησης στην ποιότητα ζωής της γυναίκας κατά τη διάρκεια της κύησης.

 

Γιατί εμφανίζεται η ρινίτιδα κύησης;

Έχουν προταθεί πολλοί αιτιολογικοί παράγοντες σχετικά με την παθοφυσιολογία της ρινίτιδας κύησης, παρόλα αυτά η γνώση πάνω σε αυτό το θέμα είναι ακόμα σχετικά περιορισμένη. Σίγουρα οι ορμονικές μεταβολές που συμβαίνουν κατά τη διάρκεια της κύησης σχετίζονται σε μεγάλο βαθμό με την ανάπτυξη της πάθησης.

Συγκεκριμένα η τροφοβλαστική ορμόνη του πλακούντα μπορεί να διεγείρει την υπερτροφία του ρινικού βλεννογόνου κατά τη διάρκεια της κύησης. Επιπλέον τα οιστρογόνα όπως και η προγεστερόνη, με συγκεκριμένους μηχανισμούς, συμβάλλουν στην τοπική διαστολή των αγγείων της μύτης. Ταυτοχρόνως ο όγκος του αίματος της εγκύου αυξάνεται φυσιολογικά κατά 40%. Ο συνδυασμός των δύο αυτών γεγονότων συνεπάγεται στην αύξηση της κυκλοφορίας του αίματος στο ρινικό βλεννογόνο, γεγονός που οδηγεί στη διόγκωση των κάτω ρινικών κογχών και  την αύξηση της αντίστασης στη διέλευση του εισπνεόμενου αέρα.

Όσον αφορά τους παράγοντες κινδύνου, το κάπνισμα είναι ο μοναδικός που αποδεδειγμένα σχετίζεται με την ανάπτυξη ρινίτιδας κύησης.

 

Αλλεργική ρινίτιδα ή ρινίτιδα κύησης;

Όπως προαναφέρθηκε, η αλλεργική ρινίτιδα και η ρινίτιδα κύησης είναι δύο διαφορετικές κλινικές οντότητες. Η βασική τους διαφορά έγκειται στο γεγονός πως η ρινίτιδα κύησης εμφανίζεται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, διαρκεί το λιγότερο 6 εβδομάδες και παρέρχεται έως και 2 εβδομάδες μετά τον τοκετό. Η αλλεργική ρινίτιδα είναι συνήθως μια υπάρχουσα πάθηση, που μπορεί επίσης να εμφανιστεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Σε αντίθεση με τη ρινίτιδα κύησης, στην οποία η ρινική απόφραξη είναι το κύριο σύμπτωμα, οι ασθενείς με αλλεργική ρινίτιδα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης έχουν ρινόρροια, κνησμό, πτάρνισμα, καθώς και ρινική συμφόρηση.

 

Πώς αντιμετωπίζεται η ρινίτιδα κύησης;

Όσον αφορά τη θεραπεία της ρινίτιδας κύησης, οι περισσότερες μελέτες συγκλίνουν στη σημασία της πληροφόρησης και των εκπαιδευτικών μέτρων ως πρώτη επιλογή, κυρίως επειδή τα συμπτώματα υποχωρούν μετά τον τοκετό. Όταν οι γυναίκες συμβουλεύονται από νωρίς τον Ωτορινολαρυγγολόγο τους, τείνουν να καταφεύγουν σε περιορισμένη χρήση τοπικών αποσυμφορητικών, γεγονός που συνδέεται με χαμηλότερες πιθανότητες ανάπτυξης φαρμακευτικής ρινίτιδας.

Επιπλέον η σωματική άσκηση και ο έλεγχος του βάρους της εγκύου συμβάλλει στη βελτίωση της ρινικής απόφραξης, αλλά και του ύπνου. Τέλος το ελαφρύ ανασήκωμα της κεφαλής με μαξιλάρια κατά 30 °- 45 ° μπορεί να βοηθήσει στη βελτίωση της κυκλοφορίας του αέρα στο εσωτερικό της ρινός κατά τη διάρκεια της νύχτας.

Σε περίπτωση που το πρόβλημα είναι έντονο και δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στην έγκυο, ο ΩΡΛ σε συνεννόηση με το Γυναικολόγο σας, αφού αξιολογήσει την κατάσταση θα σας προτείνει την καταλληλότερη θεραπεία.

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη ρινίτιδα κύησης και οποιοδήποτε άλλο ρινικό πρόβλημα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, μη διστάσετε να επικοινωνήσετε με τη Χειρουργό ΩΡΛ Δρ. Ειρήνη Μάντζαρη.

επικοινωνίαΕπικοινωνία