Η συντηρητική από του στόματος θεραπεία (δηλαδή θεραπεία με χάπια) για την αλλεργική ρινίτιδα αποτελεί μία από τις πιο συχνές λύσεις που αναζητούν οι ασθενείς όταν εμφανίζουν έντονα συμπτώματα όπως συμφόρηση, φτέρνισμα, ρινική καταρροή και κνησμό. Με εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως να υποφέρουν από αλλεργική ρινίτιδα κάθε χρόνο, δεν είναι τυχαίο που τα φαρμακευτικά σκευάσματα σε μορφή ταμπλέτας έχουν γίνει τόσο δημοφιλή ακόμη και σε ανθρώπους που δεν έχουν λάβει προηγουμένως τη γνώμη ενός ειδικού.
Είναι όμως αυτός ο τρόπος αντιμετώπισης σωστός και ο πιο ενδεδειγμένος;
Η αποτελεσματικότητα των από του στόματος σκευασμάτων που στοχεύουν στην αντιμετώπιση της αλλεργικής ρινίτιδας εξαρτάται απόλυτα από τις ενδείξεις με τις οποίες αυτά λαμβάνονται, τη δοσολογία και τη διάρκεια της θεραπείας, τον συνδυασμό τους ή μη με άλλες θεραπείες.
Παρότι τα αντιισταμινικά χάπια για την αλλεργική ρινίτιδα μπορούν να μειώσουν σημαντικά τα συμπτώματά της, δεν αποτελούν πάντα τη μοναδική ή την ιδανική θεραπευτική προσέγγιση. Έχει ιδιαίτερη σημασία να επισημανθεί πως η αλλεργική ρινίτιδα αποτελεί μια λειτουργική κατάσταση του βλεννογόνου της μύτης, η οποία συχνά μπορεί να συνδέεται και με ανατομικά προβλήματα, όπως για παράδειγμα η σκολίωση του ρινικού διαφράγματος, οι υπερτροφικές κόγχες, οι ρινικοί πολύποδες που δυσκολεύουν επιπλέον την ποιότητα της αναπνοής από τη μύτη.
Στο άρθρο αυτό θα αναλύσουμε πώς δρουν τα αντιισταμινικά χάπια (χάπια για την αλλεργία), πότε ενδείκνυται η χρήση τους, ποια είναι τα όριά τους και τι άλλες επιλογές υπάρχουν για μια ουσιαστικότερη – πιο ολιστική αντιμετώπιση.
Πώς λειτουργούν τα χάπια για την αλλεργική ρινίτιδα και πότε αυτά βοηθούν;
Τα χάπια για την αλλεργική ρινίτιδα ανήκουν συνήθως στην κατηγορία των αντιισταμινικών, τα οποία λειτουργούν μπλοκάροντας τη δράση της ισταμίνης — μιας ουσίας που απελευθερώνει ο οργανισμός κατά την αλλεργική αντίδραση. Όταν τα επίπεδα ισταμίνης αυξάνονται στον οργανισμό, προκαλούνται συμπτώματα όπως φτέρνισμα, διάφανη καταρροή, κνησμός, μπούκωμα και έντονη ευαισθησία στη μύτη και τα μάτια. Τα αντιισταμινικά χάπια συνήθως μειώνουν αυτήν την αντίδραση και προσφέρουν σημαντική ανακούφιση στην πλειονότητα των ασθενών. Ωστόσο, η ίδια η αναγκαιότητα λήψης τους και η αποτελεσματικότητά τους εξαρτώνται από την ένταση των συμπτωμάτων, τα υποκείμενα προβλήματα και τέλος από τη συχνότητα έκθεσης στα αλλεργιογόνα και, συνεπώς, της εμφάνισης των συμπτωμάτων.
Για ποιον λόγο τα αντιισταμινικά χάπια δεν αντιμετωπίζουν πάντα επαρκώς την αλλεργική ρινίτιδα;
Ένας ασθενής με μη πλεονεκτική ρινική ανατομία —όπως για παράδειγμα ένα αρκετά στραβό διάφραγμα που περιορίζει τον ζωτικό χώρο ελεύθερης ροής του εισπνεόμενου αέρα, με ή χωρίς παρουσία υπερτροφίας των ρινικών κογχών ή με παρουσία πολυπόδων στη μύτη και τους παραρρίνιους κόλπους— μπορεί να ταλαιπωρείται περισσότερο από έναν άλλο ασθενή με αντίστοιχου βαθμού αλλεργική ρινίτιδα αλλά χωρίς ανατομικά κολλήματα, παρά το ότι ακολουθούν την ίδια φαρμακευτική θεραπεία. Αυτός είναι και ένας εκ των πλέον σημαντικών λόγων για τους οποίους είναι περισσότερο συνετό να αναζητά κανείς εξειδικευμένη ιατρική κλινική εξέταση, επάνω στην οποία θα βασιστεί η απόφαση του τύπου της θεραπείας που θα ακολουθηθεί, σε σχέση με το να πάει μόνος του στο φαρμακείο και να λάβει κάποιο σκεύασμα που «μοιάζει μάλλον κατάλληλο». Ο καθ’ ύλην αρμόδιος ιατρός ενημερώνει για τη διάγνωση της πάθησης και το κατάλληλο πλάνο αντιμετώπισης, το οποίο μπορεί να περιλαμβάνει μόνο τοπική θεραπεία ή συνδυασμό διαφόρων τύπων (και όχι αναγκαστικά μόνο αντιισταμινικών) από του στόματος σκευασμάτων μαζί με τοπική θεραπεία, πιθανό σενάριο απευαισθητοποίησης αλλά και πιθανή ανάγκη συνδυασμού συντηρητικής με χειρουργική αντιμετώπιση όταν συνυπάρχουν υποκείμενα ανατομικά προβλήματα ή παρουσία ρινικών πολυπόδων.
Πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα των αντιισταμινικών για την αλλεργική ρινίτιδα
Τα σύγχρονα σκευάσματα (χάπια) για την αλλεργική ρινίτιδα διαθέτουν αρκετά πλεονεκτήματα που τα κάνουν πρακτικά και εύχρηστα στην καθημερινότητα. Το πιο σημαντικό πλεονέκτημά τους είναι η ταχύτητα δράσης τους ως προς την ελάττωση του κνησμού, των συχνών φτερνισμάτων και της ρινικής καταρροής, καθώς πολλοί ασθενείς αναφέρουν αισθητή ανακούφιση μέσα σε λίγες μόνο ώρες. Επιπλέον, η χορήγησή τους είναι απλή και συνήθως λαμβάνονται μία φορά την ημέρα, διευκολύνοντας τη συνέπεια στη θεραπεία.
Στον αντίποδα αυτών, αναφέρονται και τα μειονεκτήματα των αντιισταμινικών σκευασμάτων, όπως είναι σε ορισμένες περιπτώσεις η υπνηλία, η ξηροστομία, η μείωση συγκέντρωσης, ειδικά όταν αυτά δεν ανήκουν στη νεότερη γενιά φαρμάκων. Επιπλέον, τα χάπια για την αλλεργική ρινίτιδα δεν αντιμετωπίζουν συνήθως την τοπική αντίδραση με την ίδια αποτελεσματικότητα που το κάνουν τα ενδορρινικά κορτικοστεροειδή. Έτσι, ασθενείς με έντονο οίδημα στις ρινικές κόγχες μπορεί να μη δουν ιδιαίτερη βελτίωση μετά τη μονοθεραπεία με αυτά τα σκευάσματα.
Πώς να επιλέξετε την κατάλληλη θεραπεία για την αλλεργική ρινίτιδα – και πότε να ζητήσετε τη συμβουλή του ειδικού ΩΡΛ
Η ορθή επιλογή θεραπευτικής προσέγγισης ανάμεσα σε από του στόματος θεραπεία για την αλλεργική ρινίτιδα, ρινικά σπρέι ή πιο εξειδικευμένες θεραπείες, όπως η ανοσοθεραπεία, δεν είναι ένας γενικός κανόνας κατάλληλος για όλα τα περιστατικά με συμπτώματα που μοιάζουν.
Η υπεύθυνη και έγκυρη διάγνωση τίθεται έπειτα από κλινικό και, σε πολλές περιπτώσεις συμπληρωματικά, απεικονιστικό, εργαστηριακό έλεγχο ή/και τεστ αλλεργίας. Ένας έμπειρος ΩΡΛ μπορεί να εκτιμήσει αν η ρινίτιδα είναι καθαρά αλλεργική, αν συνδυάζεται με ανατομικούς παράγοντες ή αν απαιτούνται περαιτέρω εξετάσεις. Η σωστή επιστημονική καθοδήγηση βοηθά τον ασθενή να αποφύγει άσκοπες δοκιμές φαρμάκων και να φτάσει πιο γρήγορα στη λύση που πραγματικά ταιριάζει στην περίπτωσή του.
Η αλλεργική ρινίτιδα μπορεί να είναι μια χρόνια κατάσταση, αλλά με τη σωστή αντιμετώπιση δεν χρειάζεται να περιορίζει την καθημερινότητα μικρών και μεγάλων. Η Δρ. Ειρήνη Μάντζαρη, Χειρουργός ΩΡΛ ενηλίκων και παιδιών στην Αθήνα, διαθέτει την κατάλληλη κλινική εμπειρία και εξειδίκευση στον τομέα της ρινολογίας και ρινοχειρουργικής, προκειμένου να διερευνήσει υπεύθυνα την περίπτωση του κάθε ενήλικου ή παιδιατρικού ασθενή και να τον καθοδηγήσει κατάλληλα στη βέλτιστη αντιμετώπιση.